die haltestelle
hal
ˈhal
hal
tes
ˌtəʃ
tēsh
te
te
lle

Ορισμός και σημασία του "haltestelle"στα γερμανικά

Die Haltestelle
01

στάση λεωφορείου

Ein Ort, an dem Busse oder Bahnen anhalten, um Fahrgäste ein- und aussteigen zu lassen 
die Haltestelle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Haltestellen
γενική πτώση
Haltestelle
Παραδείγματα
Die Haltestelle ist gleich um die Ecke. 

Η στάση λεωφορείου είναι ακριβώς στη γωνία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store