Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
griechisch
01
ελληνικός, ελληνική
Bezieht sich auf etwas, das mit Griechenland oder der griechischen Kultur zu tun hat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die griechische Küche ist bekannt für Oliven und Feta-Käse.
Η ελληνική κουζίνα είναι γνωστή για τις ελιές και το τυρί φέτα.
Das Griechisch
[gender: neuter]
01
زبان یونانی
γραμματικές πληροφορίες
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Griechischen
κύριο
Παραδείγματα
Er spricht nur Griechisch, also brauchen wir einen Dolmetscher.



























