Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Glas
01
γυαλί, γυαλί (υλικό)
Ein durchsichtiges, festes Material
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Glases
πληθυντικός τύπος
Gläser
Παραδείγματα
Die Flasche ist aus Glas.
Το μπουκάλι είναι από γυαλί.
02
ποτήρι, κύπελλο
Ein Behälter zum Trinken
Παραδείγματα
Das Glas steht auf dem Tisch.
Το ποτήρι είναι στο τραπέζι.



























