der gitarrist
gi
gi
ta
ta
ta
rrist
ˈrɪst
rist
leihfristinternistkomponistjournalist

Ορισμός και σημασία του "gitarrist"στα γερμανικά

01

κιθαρίστας, παίκτης κιθάρας

Eine Person, die Gitarre spielt, insbesondere als Beruf oder Hobby 
der Gitarrist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Gitarristen
αρσενικό ενικό
Gitarrist
θηλυκό ενικό
Gitarristin
neutral form
Gitarrenspieler
γενική πτώση
Gitarristen
Παραδείγματα
Der Gitarrist der Band spielt einen beeindruckenden Solo. 

Ο κιθαρίστας του συγκροτήματος παίζει ένα εντυπωσιακό σόλο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store