Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Gewerkschaft
01
συνδικάτο, συνδικαλιστική οργάνωση
Eine Organisation, die die Interessen der Arbeitnehmer vertritt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Gewerkschaften
γενική πτώση
Gewerkschaft
Παραδείγματα
Die Gewerkschaft kämpft für bessere Arbeitsbedingungen.
Το συνδικάτο αγωνίζεται για καλύτερες συνθήκες εργασίας.
LanGeek



























