die gewerkschaft
ge
γκα
werk
ˈvɛʁk
βερκ
schaft
ʃaft
σαφτ

Ορισμός και σημασία του "gewerkschaft"στα γερμανικά

Die Gewerkschaft
01

συνδικάτο, συνδικαλιστική οργάνωση

Eine Organisation, die die Interessen der Arbeitnehmer vertritt 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Gewerkschaften
γενική πτώση
Gewerkschaft
Παραδείγματα
Die Gewerkschaft kämpft für bessere Arbeitsbedingungen. 

Το συνδικάτο αγωνίζεται για καλύτερες συνθήκες εργασίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store