das Gewerbe
Pronunciation
/ɡəˈvɛʁbə/

Ορισμός και σημασία του "gewerbe"στα γερμανικά

01

εμπόριο, εμπορική δραστηριότητα

Eine selbstständige Tätigkeit, bei der man Waren oder Dienstleistungen verkauft oder herstellt
das Gewerbe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Gewerbes
πληθυντικός τύπος
Gewerbe
Παραδείγματα
Sie hat ihr Gewerbe vor fünf Jahren eröffnet.
Άνοιξε την επιχείρησή της πριν από πέντε χρόνια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store