das gewerbe
gewerbe
gəvɛɐbə
gēvebē
gewebe

Ορισμός και σημασία του "gewerbe"στα γερμανικά

01

εμπόριο, εμπορική δραστηριότητα

Eine selbstständige Tätigkeit, bei der man Waren oder Dienstleistungen verkauft oder herstellt 
das Gewerbe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Gewerbe
γενική πτώση
Gewerbes
Παραδείγματα
Er hat ein kleines Gewerbe als Tischler. 

Έχει μια μικρή επιχείρηση ως ξυλουργός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store