Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Gewerbe
01
εμπόριο, εμπορική δραστηριότητα
Eine selbstständige Tätigkeit, bei der man Waren oder Dienstleistungen verkauft oder herstellt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Gewerbes
πληθυντικός τύπος
Gewerbe
Παραδείγματα
Sie hat ihr Gewerbe vor fünf Jahren eröffnet.
Άνοιξε την επιχείρησή της πριν από πέντε χρόνια.



























