die geste
ges
ˈge:s
ges
te
gerstegerte

Ορισμός και σημασία του "geste"στα γερμανικά

01

χειρονομία, κίνηση

Eine bewusste Bewegung, die eine Botschaft oder Gefühle ausdrückt 
die Geste definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Geste
πληθυντικός τύπος
Gesten
Παραδείγματα
Sie machte eine beschwichtigende Geste. 

Έκανε μια καθησυχαστική χειρονομία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store