Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Geste
01
χειρονομία, κίνηση
Eine bewusste Bewegung, die eine Botschaft oder Gefühle ausdrückt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Gesten
γενική πτώση
Geste
Παραδείγματα
Sie machte eine beschwichtigende Geste.
Έκανε μια καθησυχαστική χειρονομία.
LanGeek



























