gespannt
Pronunciation
/ɡəˈʃpant/

Ορισμός και σημασία του "gespannt"στα γερμανικά

01

περίεργος, ανυπόμονος

Neugierig oder voller Erwartung auf etwas
gespannt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am gespanntesten
συγκριτικός βαθμός
gespannter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er sah sie mit gespanntem Interesse an.
Την κοίταξε με τεταμένο ενδιαφέρον.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store