Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gespannt
01
περίεργος, ανυπόμονος
Neugierig oder voller Erwartung auf etwas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am gespanntesten
συγκριτικός βαθμός
gespannter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er sah sie mit gespanntem Interesse an.
Την κοίταξε με τεταμένο ενδιαφέρον.



























