gespannt
ges
ˈgəʃ
gēsh
pannt
pant
pant
gebrannt

Ορισμός και σημασία του "gespannt"στα γερμανικά

01

περίεργος, ανυπόμονος

Neugierig oder voller Erwartung auf etwas 
gespannt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am gespanntesten
συγκριτικός βαθμός
gespannter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ich bin gespannt auf das neue Buch meiner Lieblingsautorin. 

Είμαι περίεργος για το νέο βιβλίο της αγαπημένης μου συγγραφέως.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store