Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Gegenstand
01
αντικείμενο, πράγμα
Ein einzelnes Ding, das man anfassen oder benutzen kann
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Gegenstände
γενική πτώση
Gegenstand(e)s
Παραδείγματα
Der Gegenstand liegt auf dem Tisch.
Το αντικείμενο βρίσκεται στο τραπέζι.
LanGeek



























