Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Gefahr
[gender: feminine]
01
κίνδυνος, απειλή
Eine Situation oder Sache, die Schaden oder Verletzung verursachen kann
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Gefahr
πληθυντικός τύπος
Gefahren
Παραδείγματα
Kinder sollten vor Gefahren geschützt werden.
Τα παιδιά πρέπει να προστατεύονται από τους κινδύνους.



























