die gefahr
gefahr
gəfa:ɐ̯
gēfa

Ορισμός και σημασία του "gefahr"στα γερμανικά

01

κίνδυνος, απειλή

Eine Situation oder Sache, die Schaden oder Verletzung verursachen kann 
die Gefahr definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Gefahren
γενική πτώση
Gefahr
Παραδείγματα
Feuer ist eine große Gefahr. 

Η φωτιά είναι ένας μεγάλος κίνδυνος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store