Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Gefahr
01
κίνδυνος, απειλή
Eine Situation oder Sache, die Schaden oder Verletzung verursachen kann
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Gefahren
γενική πτώση
Gefahr
Παραδείγματα
Feuer ist eine große Gefahr.
Η φωτιά είναι ένας μεγάλος κίνδυνος.
LanGeek



























