die gasse
ga
ˈga
ga
sse
gosse

Ορισμός και σημασία του "gasse"στα γερμανικά

01

σόκακι, στενό

schmale, meist historische Straße zwischen Gebäuden, die oft nur für Fußgänger geeignet ist 
die Gasse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Gassen
γενική πτώση
Gasse
Παραδείγματα
Einsam geh ich durch die Gassen. 

Περπατώ μόνος μέσα από τα σόκα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store