Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Gasse
[gender: feminine]
01
σόκακι, στενό
schmale, meist historische Straße zwischen Gebäuden, die oft nur für Fußgänger geeignet ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Gasse
πληθυντικός τύπος
Gassen
Παραδείγματα
Die Gasse fungiert als räumliches Bindeglied zwischen verschiedenen historischen Epochen.
Το σοκάκι λειτουργεί ως χωρικός σύνδεσμος μεταξύ διαφορετικών ιστορικών εποχών.



























