die Gans
Pronunciation
/ɡans/

Ορισμός και σημασία του "gans"στα γερμανικά

01

χήνα, κατοικίδια χήνα

Ein großer Wasservogel, der häufig auf Bauernhöfen gehalten wird und für seinen lauten Ruf bekannt ist
die Gans definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Gans
πληθυντικός τύπος
Gänse
Παραδείγματα
Gänse ziehen im Winter in wärmere Regionen.
Οι χήνες μεταναστεύουν σε θερμότερες περιοχές το χειμώνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store