Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Galerist
[gender: masculine]
01
γαλερίστας, ιδιοκτήτης γκαλερί
Eine Person, die eine Kunstgalerie besitzt oder leitet und Künstler sowie deren Werke präsentiert und verkauft
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Galeristen
πληθυντικός τύπος
Galeristen
Παραδείγματα
Der Galerist nahm an der Kunstmesse in Basel teil.
Ο γκαλερίστας συμμετείχε στην έκθεση τέχνης στη Βασιλεία.



























