Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gackern
01
κοκκυρίζω, κοκορίζω
Der helle, wiederholte Laut, den Hühner machen – besonders nach dem Eierlegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gackere
γ΄ ενικό πρόσωπο
gackert
ενεστώτα μετοχή
gackernd
απλός αόριστος
gackerte
παθητική μετοχή
gegackert
Παραδείγματα
Die Hühner gackern laut im Stall.
Οι κότες κοκκορίζουν δυνατά στο κοτέτσι.



























