gackern
gackern
gakɐn
gakn

Ορισμός και σημασία του "gackern"στα γερμανικά

gackern
01

κοκκυρίζω, κοκορίζω

Der helle, wiederholte Laut, den Hühner machen – besonders nach dem Eierlegen 
gackern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gackere
γ΄ ενικό πρόσωπο
gackert
ενεστώτα μετοχή
gackernd
απλός αόριστος
gackerte
παθητική μετοχή
gegackert
Παραδείγματα
Die Hühner gackern laut im Stall. 

Οι κότες κοκκορίζουν δυνατά στο κοτέτσι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store