gackern
Pronunciation
/ˈɡakɐn/

Ορισμός και σημασία του "gackern"στα γερμανικά

gackern
01

κοκκυρίζω, κοκορίζω

Der helle, wiederholte Laut, den Hühner machen – besonders nach dem Eierlegen
gackern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gackere
γ΄ ενικό πρόσωπο
gackert
ενεστώτα μετοχή
gackernd
απλός αόριστος
gackerte
παθητική μετοχή
gegackert
Παραδείγματα
Früh am Morgen gackern die Hühner los.
Νωρίς το πρωί, οι κότες αρχίζουν να κακαρίζουν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store