Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fürchten
01
φοβάμαι, ανησυχώ
Sich Sorgen machen oder Angst vor etwas haben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fürchte
γ΄ ενικό πρόσωπο
fürchtet
ενεστώτα μετοχή
fürchtend
απλός αόριστος
fürchtete
παθητική μετοχή
gefürchtet
Παραδείγματα
Ich fürchte, dass das Wetter schlecht wird.
Φοβάμαι ότι ο καιρός θα γίνει κακός.
02
φοβάμαι, αγχώνομαι
Angst vor jemandem oder etwas haben
Παραδείγματα
Ich fürchte die Dunkelheit.
Εγώ φοβάμαι το σκοτάδι.



























