die funktionsweise
funktionsweise
fʊnktsi̯o:nsvaɪ̯sə
foonktsionsvaisē

Ορισμός και σημασία του "funktionsweise"στα γερμανικά

Die Funktionsweise
01

τρόπος λειτουργίας, λειτουργία

Die Art und Weise, wie etwas funktioniert oder arbeitet 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Funktionsweisen
γενική πτώση
Funktionsweise
Παραδείγματα
Er erklärt die Funktionsweise der Software. 

Εξηγεί τη λειτουργία του λογισμικού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store