Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Funktionsweise
01
τρόπος λειτουργίας, λειτουργία
Die Art und Weise, wie etwas funktioniert oder arbeitet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Funktionsweisen
γενική πτώση
Funktionsweise
Παραδείγματα
Er erklärt die Funktionsweise der Software.
Εξηγεί τη λειτουργία του λογισμικού.
LanGeek



























