das frühstück
früh
ˈfʁy:
fry
stück
ʃtʏk
shtuk

Ορισμός και σημασία του "frühstück"στα γερμανικά

Das Frühstück
01

πρωινό

Die erste Mahlzeit des Tages, die morgens gegessen wird 
das Frühstück definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Frühstücke
γενική πτώση
Frühstück(e)s
Παραδείγματα
Ich esse um acht Uhr Frühstück. 

Εγώ τρώω πρωινό στις οκτώ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store