die Freude
Pronunciation
/ˈfʀɔɪ̯də/

Ορισμός και σημασία του "freude"στα γερμανικά

01

χαρά, ευτυχία

Ein starkes Gefühl von Glück und Zufriedenheit
die Freude definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Freude
Παραδείγματα
Die Nachricht brachte ihr große Freude.
Η είδηση της έφερε μεγάλη χαρά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store