die freude
freude
fʁɔʏd̥ə
frawudē
fremde

Ορισμός και σημασία του "freude"στα γερμανικά

01

χαρά, ευτυχία

Ein starkes Gefühl von Glück und Zufriedenheit 
die Freude definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Freude
Παραδείγματα
Die Freude über das Geschenk war groß. 

Η χαρά για το δώρο ήταν μεγάλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store