Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
freiwillig
01
εθελοντικός, εκούσιος
Aus freiem Willen und ohne Zwang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
freiwilligste-
συγκριτικός βαθμός
freiwilliger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ich habe das freiwillig gemacht.
Το έκανα εκούσια.



























