Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Freiraum
01
χώρος ελευθερίας, ελευθερία δράσης
Bereich, in dem jemand eigenständig handeln oder denken kann
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Freiraum(e)s
πληθυντικός τύπος
Freiräume
Παραδείγματα
Dem Angestellten wurde Freiraum für das Entwickeln eigener Ideen eingeräumt.
Στον υπάλληλο παραχωρήθηκε χώρος ελευθερίας για την ανάπτυξη των δικών του ιδεών.
Λεξικό Δέντρο
freiraum
frei
raum



























