Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Freiheit
[gender: feminine]
01
ελευθερία, αυτονομία
Der Zustand, ohne Einschränkungen oder Zwänge handeln zu können
Παραδείγματα
Ohne Freiheit fühlt man sich gefangen.
Χωρίς ελευθερία, κάποιος αισθάνεται παγιδευμένος.


























