die freiheit
freiheit
fʁaɪ̯haɛ̯t
fraihaet
frechheitfreizeit

Ορισμός και σημασία του "freiheit"στα γερμανικά

01

ελευθερία, αυτονομία

Der Zustand, ohne Einschränkungen oder Zwänge handeln zu können 
die Freiheit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Freiheiten
γενική πτώση
Freiheit
Παραδείγματα
Die Freiheit ist ein Grundrecht jedes Menschen. 

Η ελευθερία είναι ένα θεμελιώδες δικαίωμα κάθε ανθρώπου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store