Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fragen
01
ρωτώ, ερωτώ
Jemandem eine Frage stellen
Παραδείγματα
Er fragt immer viele Fragen.
Κάνει πάντα πολλές ερωτήσεις.
02
αναρωτιέμαι, αμφιβάλλω
Sich etwas überlegen oder zweifeln
Παραδείγματα
Fragst du dich das auch manchmal?
Αναρωτιέμαι αν κι εσύ αναρωτιέσαι μερικές φορές;


























