fragen
fragen
fʁa:gng
fragng

Ορισμός και σημασία του "fragen"στα γερμανικά

fragen
01

ρωτώ, ερωτώ

Jemandem eine Frage stellen 
fragen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
frage
γ΄ ενικό πρόσωπο
fragt
ενεστώτα μετοχή
fragend
απλός αόριστος
fragte
παθητική μετοχή
gefragt
Παραδείγματα
Ich frage den Lehrer. 

Εγώ ρωτάω τον δάσκαλο.

02

αναρωτιέμαι, αμφιβάλλω

Sich etwas überlegen oder zweifeln 
sich fragen definition and meaning
Παραδείγματα
Ich frage mich, wo sie ist. 

Αναρωτιέμαι πού είναι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store