die Folgerung

Ορισμός και σημασία του "folgerung"στα γερμανικά

01

συμπέρασμα, συμπερασμός

Das logische Ergebnis aus einer Überlegung oder Beobachtung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Folgerung
πληθυντικός τύπος
Folgerungen
Παραδείγματα
Seine Folgerung basierte auf Fakten und Beobachtungen.
Το συμπέρασμά του βασίστηκε σε γεγονότα και παρατηρήσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store