folgern
folgern
fɔlgɐn
fawlgn
folternfolgen

Ορισμός και σημασία του "folgern"στα γερμανικά

folgern
01

συμπεραίνω, καταλήγω

Etwas logisch aus Informationen oder Fakten ableiten 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
folgere
γ΄ ενικό πρόσωπο
folgert
ενεστώτα μετοχή
folgernd
απλός αόριστος
folgerte
παθητική μετοχή
gefolgert
Παραδείγματα
Aus den Daten kann man eine klare Antwort folgern. 

Από τα δεδομένα, μπορεί κανείς να συμπεράνει μια σαφή απάντηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store