Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
folgern
01
συμπεραίνω, καταλήγω
Etwas logisch aus Informationen oder Fakten ableiten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
folgere
γ΄ ενικό πρόσωπο
folgert
ενεστώτα μετοχή
folgernd
απλός αόριστος
folgerte
παθητική μετοχή
gefolgert
Παραδείγματα
Aus den Daten kann man eine klare Antwort folgern.
Από τα δεδομένα, μπορεί κανείς να συμπεράνει μια σαφή απάντηση.



























