Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
folgern
01
συμπεραίνω, καταλήγω
Etwas logisch aus Informationen oder Fakten ableiten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
folgere
γ΄ ενικό πρόσωπο
folgert
ενεστώτα μετοχή
folgernd
απλός αόριστος
folgerte
παθητική μετοχή
gefolgert
Παραδείγματα
Der Wissenschaftler folgert eine neue Hypothese.
Ο επιστήμονας συμπεραίνει μια νέα υπόθεση.



























