Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Flohmarkt
01
παζάρι, αγορά μεταχειρισμένων
Ein Markt, auf dem gebrauchte Sachen verkauft werden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Flohmärkte
γενική πτώση
Flohmarkt(e)s
Παραδείγματα
Am Samstag gehe ich zum Flohmarkt.
Το Σάββατο, πηγαίνω στην παζαριά.



























