der flohmarkt
flohmarkt
flo:maʁkt
flomarkt

Ορισμός και σημασία του "flohmarkt"στα γερμανικά

01

παζάρι, αγορά μεταχειρισμένων

Ein Markt, auf dem gebrauchte Sachen verkauft werden 
der Flohmarkt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Flohmärkte
γενική πτώση
Flohmarkt(e)s
Παραδείγματα
Am Samstag gehe ich zum Flohmarkt. 

Το Σάββατο, πηγαίνω στην παζαριά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

flohmarkt

floh

+

markt

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store