der Flohmarkt
Pronunciation
/ˈfloːˌmaʁkt/

Ορισμός και σημασία του "flohmarkt"στα γερμανικά

01

παζάρι, αγορά μεταχειρισμένων

Ein Markt, auf dem gebrauchte Sachen verkauft werden
der Flohmarkt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Flohmarkt(e)s
πληθυντικός τύπος
Flohmärkte
Παραδείγματα
Auf dem Flohmarkt verkaufen viele Menschen ihre gebrauchten Sachen.
Στην παζάρι, πολλοί άνθρωποι πουλάνε τα μεταχειρισμένα πράγματά τους.

Λεξικό Δέντρο

flohmarkt

floh

+

markt

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store