Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flitzen
01
τρέχω γρήγορα, ορμώ
Sich sehr schnell und oft hektisch bewegen, typischerweise für kurze Distanzen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
flitze
γ΄ ενικό πρόσωπο
flitzt
ενεστώτα μετοχή
flitzend
απλός αόριστος
flitzte
παθητική μετοχή
geflitzt
Παραδείγματα
Die Motorboote flitzen über den See.
Τα μηχανοκίνητα σκάφη πετάγονται πάνω από τη λίμνη.



























