flitzen
Pronunciation
/ˈflɪt͡sn̩/

Ορισμός και σημασία του "flitzen"στα γερμανικά

flitzen
01

τρέχω γρήγορα, ορμώ

Sich sehr schnell und oft hektisch bewegen, typischerweise für kurze Distanzen
flitzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
flitze
γ΄ ενικό πρόσωπο
flitzt
ενεστώτα μετοχή
flitzend
απλός αόριστος
flitzte
παθητική μετοχή
geflitzt
Παραδείγματα
Die Motorboote flitzen über den See.
Τα μηχανοκίνητα σκάφη πετάγονται πάνω από τη λίμνη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store