flitzen
flitzen
flɪtsn
flitsn

Ορισμός και σημασία του "flitzen"στα γερμανικά

flitzen
01

τρέχω γρήγορα, ορμώ

Sich sehr schnell und oft hektisch bewegen, typischerweise für kurze Distanzen 
flitzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
flitze
γ΄ ενικό πρόσωπο
flitzt
ενεστώτα μετοχή
flitzend
απλός αόριστος
flitzte
παθητική μετοχή
geflitzt
Παραδείγματα
Die Kinder flitzen durch den Garten. 

Τα παιδιά τρέχουν στον κήπο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store