fließend
flie
ˈfli:
fli
ßend
sənt
sēnt
fließbandfliegend

Ορισμός και σημασία του "fließend"στα γερμανικά

01

ρευστός, ρεόμενος

In Bewegung 
fließend definition and meaning
Παραδείγματα
Fließendes Wasser aus dem Fluss ist sauberer. 

Το ρεύμα νερό από το ποτάμι είναι πιο καθαρό.

02

ευχερώς, ρευστά

Ohne Unterbrechungen oder Stockungen 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Sprache, Kommunikation, Fluss
Παραδείγματα
Er spricht fließend Deutsch. 

Μιλάει άπταιστα γερμανικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store