die fleisch­pas­te­te
fleisch­pas­te­te
flaɪ̯ʃpaste:tə
flaishpastetē

Ορισμός και σημασία του "fleisch­pas­te­te"στα γερμανικά

Die Fleisch­pas­te­te
01

Κρεατόπιτα, Παστέλι με κρέας

Ein Gebäck mit Fleischfüllung 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fleisch­pas­te­ten
γενική πτώση
fleisch­pas­te­te
Παραδείγματα
Ich esse gern eine Fleischpastete. 

Μου αρέσει να τρώω μια κρεατόπιτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store