Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
festnehmen
01
συλλαμβάνω, κρατώ
Jemanden vorübergehend in Gewahrsam nehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
fest
βασικό ρήμα
nehmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nehme fest
γ΄ ενικό πρόσωπο
nimmt fest
ενεστώτα μετοχή
festnehmend
απλός αόριστος
nahm fest
παθητική μετοχή
festgenommen
Παραδείγματα
Der flüchtige Dieb wurde an der Grenze festgenommen.
Ο δραπέτης κλέφτης συνελήφθη στα σύνορα.
Λεξικό Δέντρο
festnehmen
fest
nehmen



























