die fertigkeit
fertigkeit
fɛɐ̯tɪkaɪt
φετικαιτ
festigkeit

Ορισμός και σημασία του "fertigkeit"στα γερμανικά

Die Fertigkeit
01

δεξιότητα, ικανότητα

Eine durch Übung erworbene Fähigkeit, etwas gut oder professionell auszuführen 
die Fertigkeit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Fertigkeiten
γενική πτώση
Fertigkeit
Παραδείγματα
Handwerkliche Fertigkeiten sind heute sehr gefragt. 

Οι χειροτεχνικές δεξιότητες είναι πολύ ζητημένες σήμερα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store