Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exportieren
01
εξάγω
Waren ins Ausland verkaufen und schicken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ex
βασικό ρήμα
portieren
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
exportiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
exportiert
ενεστώτα μετοχή
exportierend
απλός αόριστος
exportierte
παθητική μετοχή
exportiert
Παραδείγματα
Sie exportieren Lebensmittel in andere Länder.
Αυτοί εξάγουν τρόφιμα σε άλλες χώρες.



























