Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
experimentieren
[past form: experimentierte]
01
πειραματίζομαι
Wissenschaftliche oder praktische Versuche durchführen, um etwas zu erforschen oder zu testen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
experimentiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
experimentiert
ενεστώτα μετοχή
experimentierend
απλός αόριστος
experimentierte
παθητική μετοχή
experimentiert
Παραδείγματα
Wir müssen diese Methode vor der Umsetzung experimentieren.
Πρέπει να πειραματιστούμε με αυτή τη μέθοδο πριν από την εφαρμογή της.



























