Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
existenziell
01
υπαρξιακός, υπαρξιακή
das Wesen, den Sinn oder die Grundfragen des menschlichen Daseins betreffend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Erfahrung führte zu einer existenziellen Veränderung.
Η εμπειρία οδήγησε σε μια υπαρξιακή αλλαγή.
02
υπαρξιακός, ζωτικός
für das Überleben oder die grundlegende Existenz unbedingt notwendig
Παραδείγματα
Der Verlust des Arbeitsplatzes kann existenzielle Folgen haben.
Η απώλεια της εργασίας μπορεί να έχει υπαρξιακές συνέπειες.



























