Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
existenziell
01
υπαρξιακός, υπαρξιακή
das Wesen, den Sinn oder die Grundfragen des menschlichen Daseins betreffend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Roman behandelt existenzielle Fragen.
Το μυθιστόρημα ασχολείται με υπαρξιακά ερωτήματα.
02
υπαρξιακός, ζωτικός
für das Überleben oder die grundlegende Existenz unbedingt notwendig
Παραδείγματα
Wasser ist existenziell für alles Leben.
Το νερό είναι υπαρξιακό για όλη τη ζωή.



























