Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Existenz
01
das Vorhandensein oder Dasein von jemandem oder etwas , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Existenz
πληθυντικός τύπος
Existenzen
Παραδείγματα
Die Existenz außerirdischen Lebens ist bisher nicht bewiesen.



























