erstellen
erstellen
ɛɐ̯ʃtɛlən
eshtelēn
erhellen

Ορισμός και σημασία του "erstellen"στα γερμανικά

erstellen
01

προετοιμάζω

Etwas planvoll anfertigen oder produzieren, oft mit Fachwissen 
erstellen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
stellen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erstelle
γ΄ ενικό πρόσωπο
erstellt
ενεστώτα μετοχή
erstellend
απλός αόριστος
erstellte
παθητική μετοχή
erstellt
Παραδείγματα
Die Architektin erstellt einen Bauplan für das neue Haus. 

Η αρχιτέκτονας συντάσσει ένα σχέδιο κατασκευής για το νέο σπίτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store