Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erstehen
01
αγοράζω, αποκτώ
Etwas durch Kaufen erwerben, besonders mit einer feierlichen oder besonderen Bedeutung
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erstehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
ersteht
ενεστώτα μετοχή
erstehend
απλός αόριστος
erstand
παθητική μετοχή
erstanden
Παραδείγματα
Auf ihrer Reise erstanden sie viele schöne Souvenirs.
Στο ταξίδι τους, αγόρασαν πολλά όμορφα αναμνηστικά.



























