erneuern
erneuern
ɛɐ̯nɔɪ̯ɐn
enoyn

Ορισμός και σημασία του "erneuern"στα γερμανικά

erneuern
01

ανανεώνω, ανακαινίζω

Etwas wieder neu machen oder ersetzen 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erneuere
γ΄ ενικό πρόσωπο
erneuert
ενεστώτα μετοχή
erneuernd
απλός αόριστος
erneuerte
παθητική μετοχή
erneuert
Παραδείγματα
Wir müssen den Vertrag erneuern. 

Πρέπει να ανανεώσουμε τη σύμβαση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store