Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erneuern
[past form: erneuerte]
01
ανανεώνω, ανακαινίζω
Etwas wieder neu machen oder ersetzen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erneuere
γ΄ ενικό πρόσωπο
erneuert
ενεστώτα μετοχή
erneuernd
απλός αόριστος
erneuerte
παθητική μετοχή
erneuert
Παραδείγματα
Die Firma erneuert ihre Ausstattung regelmäßig.
Η εταιρεία ανανεώνει τακτικά τον εξοπλισμό της.



























