ermöglichen
Pronunciation
/ɛɐ̯ˈmøːklɪçn̩/

Ορισμός και σημασία του "ermöglichen"στα γερμανικά

ermöglichen
01

επιτρέπω, καθιστώ δυνατό

Etwas schaffen, das es erlaubt, dass etwas Bestimmtes passiert oder getan wird
ermöglichen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
möglichen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ermögliche
γ΄ ενικό πρόσωπο
ermöglicht
ενεστώτα μετοχή
ermöglichend
απλός αόριστος
ermöglichte
παθητική μετοχή
ermöglicht
Παραδείγματα
Der Aufzug ermöglicht den Zugang für Rollstuhlfahrer.
Ο ανελκυστήρας επιτρέπει την πρόσβαση για χρήστες αναπηρικών αμαξιδίων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store