Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ermutigen
01
jemandem Mut und Antrieb geben, etwas zu tun oder weiterzuverfolgen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
Παραδείγματα
Eltern können Kinder durch Lob ermutigen.



























