erläutern
erläutern
ɛɐ̯lɔɪ̯tɐn
eloytn

Ορισμός και σημασία του "erläutern"στα γερμανικά

erläutern
01

εξηγώ, διασαφηνίζω

Etwas klar und genau erklären, damit es besser verstanden wird 
erläutern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erläutere
γ΄ ενικό πρόσωπο
erläutert
ενεστώτα μετοχή
erläuternd
απλός αόριστος
erläuterte
παθητική μετοχή
erläutert
Παραδείγματα
Kannst du mir den Begriff bitte erläutern? 

Μπορείς να μου εξηγήσεις τον όρο, παρακαλώ;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store