Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erläutern
[past form: erläuterte]
01
εξηγώ, διασαφηνίζω
Etwas klar und genau erklären, damit es besser verstanden wird
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erläutere
γ΄ ενικό πρόσωπο
erläutert
ενεστώτα μετοχή
erläuternd
απλός αόριστος
erläuterte
παθητική μετοχή
erläutert
Παραδείγματα
Der Bericht erläutert die wichtigsten Ergebnisse der Studie.
Η αναφορά εξηγεί τα κύρια αποτελέσματα της μελέτης.



























