erläutern
Pronunciation
/ɛɐ̯ˈlɔɪ̯tɐn/

Ορισμός και σημασία του "erläutern"στα γερμανικά

erläutern
[past form: erläuterte]
01

εξηγώ, διασαφηνίζω

Etwas klar und genau erklären, damit es besser verstanden wird
erläutern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erläutere
γ΄ ενικό πρόσωπο
erläutert
ενεστώτα μετοχή
erläuternd
απλός αόριστος
erläuterte
παθητική μετοχή
erläutert
Παραδείγματα
Der Bericht erläutert die wichtigsten Ergebnisse der Studie.
Η αναφορά εξηγεί τα κύρια αποτελέσματα της μελέτης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store