Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erlaubt
01
επιτρεπόμενος, αναγνωρισμένος
Gesetzlich oder durch eine Regel gestattet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am erlaubtesten
συγκριτικός βαθμός
erlaubter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Fotografieren ist im Museum erlaubt.
Η φωτογράφιση είναι επιτρεπτή στο μουσείο.



























