Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erklären
01
εξηγώ, διασαφηνίζω
Etwas verständlich machen oder deutlich sagen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
klären
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erkläre
γ΄ ενικό πρόσωπο
erklärt
ενεστώτα μετοχή
erklärend
απλός αόριστος
erklärte
παθητική μετοχή
erklärt
Παραδείγματα
Er erklärt mir, wie man das macht.
Μου εξηγεί πώς γίνεται αυτό.



























