Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sich erinnern
01
θυμάμαι, αναπολώ
Etwas wieder im Gedächtnis haben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
innern
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erinnere
γ΄ ενικό πρόσωπο
erinnert
ενεστώτα μετοχή
erinnernd
απλός αόριστος
erinnerte
παθητική μετοχή
erinnert
Παραδείγματα
Ich erinnere mich an meinen ersten Schultag.
Θυμάμαι την πρώτη μου μέρα στο σχολείο.
02
υπενθυμίζω, θυμίζω
Jemanden an etwas denken lassen
Παραδείγματα
Kannst du mich an den Termin erinnern?
Μπορείς να μου υπενθυμίσεις το ραντεβού;



























