Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Erhebung
01
ύψωμα, λόφος
eine Stelle im Gelände, die höher ist als ihre Umgebung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Erhebung
πληθυντικός τύπος
Erhebungen
Παραδείγματα
Auf der Erhebung stand ein alter Turm.
Στο ύψωμα στεκόταν ένας παλιός πύργος.
02
εξέγερση, ανταρσία
ein gemeinsames Aufstehen oder Handeln gegen eine bestehende Macht
Παραδείγματα
Die Erhebung wurde schnell niedergeschlagen.
Η εξέγερση καταπνίγηκε γρήγορα.
03
έρευνα, συλλογή δεδομένων
Das Sammeln von Daten oder Informationen
Παραδείγματα
Die Erhebung zeigt neue Ergebnisse.
Η έρευνα δείχνει νέα αποτελέσματα.



























