die erhebung
erhebung
e:ɐ̯he:bʊng
eheboong
erhöhungerhellungerholung

Ορισμός και σημασία του "erhebung"στα γερμανικά

01

ύψωμα, λόφος

eine Stelle im Gelände, die höher ist als ihre Umgebung 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Erhebungen
γενική πτώση
Erhebung
Παραδείγματα
Auf der Erhebung stand ein alter Turm. 

Στο ύψωμα στεκόταν ένας παλιός πύργος.

02

εξέγερση, ανταρσία

ein gemeinsames Aufstehen oder Handeln gegen eine bestehende Macht 
Παραδείγματα
Die Erhebung wurde schnell niedergeschlagen. 

Η εξέγερση καταπνίγηκε γρήγορα.

03

έρευνα, συλλογή δεδομένων

Das Sammeln von Daten oder Informationen 
Παραδείγματα
Die Erhebung zeigt neue Ergebnisse. 

Η έρευνα δείχνει νέα αποτελέσματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store