der erfolg
erfolg
ɛɐ̯fɔlk
efawlk

Ορισμός και σημασία του "erfolg"στα γερμανικά

01

επιτυχία, επιτυχημένη προσπάθεια

Positives Ergebnis nach Anstrengung oder Bemühung 
der Erfolg definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Erfolge
γενική πτώση
Erfolg(e)s
Παραδείγματα
Nach viel Arbeit hatte er endlich Erfolg. 

Μετά από πολλή δουλειά, τελικά είχε επιτυχία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store