Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erfinderisch
01
εφευρετικός, δημιουργικός
Mit kreativen Fähigkeiten und neuen Ideen ausgestattet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am erfinderischsten
συγκριτικός βαθμός
erfinderischer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sie ist sehr erfinderisch und findet immer neue Lösungen.
Είναι πολύ εφευρετική και βρίσκει πάντα νέες λύσεις.



























