Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entfernen
01
αφαιρώ
Etwas beseitigen oder wegmachen, das unerwünscht ist oder stört
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
fernen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entferne
γ΄ ενικό πρόσωπο
entfernt
ενεστώτα μετοχή
entfernend
απλός αόριστος
entfernte
παθητική μετοχή
entfernt
Παραδείγματα
Wir müssen das Unkraut aus dem Garten entfernen.
Πρέπει να αφαιρέσουμε τα ζιζάνια από τον κήπο.



























