Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Empfindung
01
αίσθηση, εντύπωση
Ein Gefühl, das man durch die Sinne oder das Herz wahrnimmt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Empfindungen
γενική πτώση
Empfindung
Παραδείγματα
Die Empfindung des Windes auf der Haut ist angenehm.
Η αίσθηση του ανέμου στο δέρμα είναι ευχάριστη.



























