Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Empathie
01
ενσυναίσθηση
Die Fähigkeit, sich in die Gefühle, Gedanken und Motive anderer Menschen einzufühlen und diese zu verstehen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Empathien
γενική πτώση
Empathie
Παραδείγματα
Ihre Empathie hilft ihr, Konflikte friedlich zu lösen.
Η ενσυναίσθησή της τη βοηθά να επιλύει τις συγκρούσεις ειρηνικά.
LanGeek



























