der eisbär
eisbär
aɪ̯sbɛ:ɐ
aisbe

Ορισμός και σημασία του "eisbär"στα γερμανικά

01

πολική αρκούδα, λευκή αρκούδα

Ein großer, weißer Bär, der in der Arktis lebt und sich von Robben ernährt 
der Eisbär definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Eisbären
γενική πτώση
Eisbären
Παραδείγματα
Der Eisbär wandert über das arktische Eis. 

Η πολική αρκούδα περιπλανιέται στον αρκτικό πάγο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store